Πετρωτά - Ζεόλιθος

Πετρωτά - Ζεόλιθος
Όταν μαζέψαμε τον ζεόλιθο για πρώτη φορά εκεί που ήταν απαγορευμένος είχαμε στο μυαλό μας έναν άλλον αγώνα ακόμα πιο σκληρό που δικαιώθηκε με ειρηνικό τρόπο ενάντια στην Αυτοκρατορία που δεν ήθελε να εγκαταλείψει το μονοπώλειό της πρέπει λοιπόν ν' αντιληφθείς κι εσύ ότι η πορεία μας έχει αρχίσει για να απελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τα προβλήματα που την καταπατούν εδώ και χρόνια γιατί δεν τόλμησε κανένας από εμάς να σκεφτεί το αδιανόητο.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή – Κωνσταντινούπολη

Μετά την Άλωση τα μόνα στηρίγματα για το γένος των Ελλήνων ήταν η Ορθόδοξη πίστη και η Ελληνική παιδεία. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Πατριάρχης Γεννάδιος, επανίδρυσε το 1454 την «Πατριαρχικήν Ακαδημίαν», η οποία λειτουργούσε και πριν την Άλωση.

Στις αρχές του 19ου αιώνα υπό την αιγίδα της Σχολής έγινε σπουδαία λεξικογραφική εργασία, η γνωστή «Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης», στη σύνταξη της οποίας προΐσταντο ο Νικόλαος Λογάδης, πλαισιωμένος από καθηγητές και μαθητές της Σχολής. Η Σχολή κατά καιρούς είχε διάφορες ονομασίες όπως: «Πάγκοινος Ακαδημία», «Του Πανελληνίου Σχολή», «Διδασκαλείον», «Κοινόν του Γένους Μουσείον», «Ελληνομουσείον της Βασιλίδος των πόλεων», «Παγγενής Σχολή», «Ελληνικόν Σχολείον», «Πατριαρχικόν Σχολείο», έως την οριστικοποίηση το 1805 της ονομασίας «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ».

Από τη σύστασή της μέχρι το 1803, η Πατριαρχική Ακαδημία στεγάζεται σε διάφορα οικήματα του Φαναρίου. Το 1804 η Σχολή μεταφέρεται στο μέγαρο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στην Ξηροκρήνη όπου λειτουργεί μέχρι το 1825 οπότε και επανέρχεται στην αρχική της έδρα στο Φανάρι για να μεταφερθεί και πάλι το έτος 1837 στην Ξηροκρήνη έως το 1849, οπότε και εγκαθίσταται οριστικώς πλέον στο Φανάρι.

Χάρη στις δωρεές του Γεωργίου Ζαρίφη, των πατέρων της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, καθώς κι άλλων δωρητών στις 30 Ιανουαρίου 1880 εορτή των Τριών Ιεραρχών τοποθετείται ο θεμέλιος λίθος ενός επιβλητικού ως έμελλε να είναι κτιρίου, που δεσπόζει επί του Κερατίου Κόλπου στη συνοικία του Μουχλίου και πλησίον του ομωνύμου ναού της Παναγίας, με αρχιτέκτονα τον Κωνσταντίνο Δημάδη. Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ στις 12 Σεπτεμβρίου 1882.και η δαπάνη του νέου κτηρίου ανήλθε στις 27000 χρυσές λίρες. Μέχρι το 1970 υπήρχε η επιγραφή «Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή επί Ιωακείμ του Γ΄ 1880».

Πρώτος διδάσκαλος και σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής υπήρξε ο Ματθαίος Καμαριώτης από τη Θεσσαλονίκη, μαθητής του Γενναδίου, αλλά και πνευματική προσωπικότητα η οποία καλύπτει σχεδόν όλο τον 15ο αιώνα. Μετά τον θρυλικό γέροντα Ματθαίο Καμαριώτη, διευθύνουν και διδάσκουν στη Σχολή επιφανείς λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες, ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Δωρόθεος Πρώιος, ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο Φιλόθεος Βρυένιος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και άλλοι.

Η διεύθυνση της Σχολής, ανατίθετο πάντοτε σε κληρικούς οι οποίοι έφεραν τον τίτλο του Σχολάρχη. Τελευταίοι Σχολάρχες υπήρξαν ο Μητροπολίτης Σάρδεων Μιχαήλ Κλεόβουλος και ο Μέγας Κατηχητής Αλέξανδρος Ζώτος. Η Σχολή λειτουργεί πλέον ως Γυμνάσιο-Λύκειο, οι δε Σχολάρχες είναι λαϊκοί.

Ο πρώτος μη κληρικός που ανέλαβε τη διεύθυνση ήταν ο Σπυρίδων Ζαχαριάδης. Ακολουθούν οι Γεώργιος Δηκταμπάνης, Ιωάννης Καραγιάννης και Νικόλαος Μαυράκης, όλοι απόφοιτοι της Σχολής.

Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή μαθήτευσαν νέοι από όλες τις περιοχές του Ελληνισμού: Μικρά Ασία, Πελοπόννησο, Ήπειρο, νησιά του Αιγαίου, Θράκη και φυσικά και από την Κωνσταντινούπολη. Μεταξύ των αποφοίτων διακρίθηκαν ανώτεροι κληρικοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καθώς και πλήθος εκπαιδευτικών, οι οποίοι συνετέλεσαν στη σφυρηλάτηση της εθνικής συνείδησης.

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή υπήρξε η ζωογόνος πνοή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας φιλοσοφίας και της ιστορίας, αλλά και ο αναμεταδότης φάρος της ορθόδοξης παρακαταθήκης. Αποτελείται από το Γυμνασιακό και το Λυκειακό τμήμα. Το Γυμνασιακό τμήμα περιλαμβάνει τις Α’, Β’ και Γ τάξεις του Γυμνασίου το δε Λυκειακό την Α’, Β’, και Γ’ Λυκείου με τις κατευθύνσεις των Κλάδων του Γλωσσικού, Μαθηματικού, Φιλολογικού και Επιστημονικού.

Έχει οικοδομηθεί επί συνολικής επιφάνειας 3020 τετραγωνικών μέτρων και αποτελείται από το ισόγειο και τρεις ορόφους. Το ισόγειο περιλαμβάνει το μαγειρείο, το θυρωρείο, την τραπεζαρία, τη μαθητική βιβλιοθήκη, την αίθουσα της ψυχολόγου και του σχολιάτρου, τα αποδυτήρια, τους χώρους υγιεινής, την αίθουσα της γυμναστικής και τις εγκαταστάσεις της κεντρικής θέρμανσης. Στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκεται και η κυρία είσοδος, υπάρχουν το γραφείο του Λυκειάρχη, το γραφείο του Υποδιευθυντή, το λογιστήριο, η γραμματεία, η αίθουσα των καθηγητών και τέσσερις αίθουσες παραδόσεων. Στον δεύτερο όροφο υπάρχει η περίλαμπρος αίθουσα των τελετών και έξι αίθουσες παραδόσεων. Στον τρίτο όροφο βρίσκονται τα εργαστήρια της Χημείας, της Φυσικής με την περίφημη οργανοθήκη και την αμφιθεατρική αίθουσα των παραδόσεων της βιολογίας -με πλουσιότατο ζωολογικό, βοτανικό και ορυκτολογικό υλικό-, μια μικρή αίθουσα παράδοσης και η ευρύχωρη αίθουσα της πληροφορικής με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που φιλοξενεί και το εργαστήριο των Μαθηματικών. Επάνω από τον τελευταίο όροφο υψώνεται ο μεγαλοπρεπής πύργος και όλο το οικοδόμημα στέφεται από τον τρούλο και τον εξώστη που τον περιβάλλει.

Στον περίβολο της Σχολής βρίσκεται ευρύχωρο διώροφο οίκημα της ίδιας αρχιτεκτονικής, το όποιο αρχικά παραχωρείτο ως κατοικία στους εκάστοτε Σχολάρχες. Κατά το διάστημα 1953-1969 το οίκημα αυτό στέγασε τις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού τμήματος (5η και 6η τάξη), ενώ σήμερα δε χρησιμοποιείται ως κατοικία του θυρωρού και του φύλακα. Υπάρχει και ο προαύλιος χώρος της Σχολής, ο όποιος εξυπηρετεί τις ανάγκες του μαθήματος της Γυμναστικής, εφόσον το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες. Υπάρχει επίσης γήπεδο καλαθοσφαίρισης, βόλεϋ και μίνι ποδοσφαίρου. Άλλοτε στον περίβολο αυτόν στεγαζόταν το γυμναστήριο, το οποίο κατεδαφίστηκε περί το 1960 με την προοπτική να κτιστεί ευρύχωρο και σύγχρονο. Λόγω όμως των οικονομικών δυσχερειών αυτό δεν κατέστη δυνατό. 

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του σχολείου, της Μεγάλης Σχολής όπως συνήθως την λέμε, ίσως το κυριότερο, είναι η ιδιαίτερη σύνδεσή της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Άλλωστε, η Σχολή ιδρύθηκε ακριβώς για να εκπαιδεύσει αρχικά μετά την Άλωση, τα στελέχη του ανασυσταθέντος Πατριαρχείου και να προετοιμάσει τους μελλοντικούς μητροπολίτες και πατριάρχες. Υπό την έννοια αυτή μάλιστα, μπορεί να ισχυριστεί κανείς βάσιμα πως η Μεγάλη του Γένους Σχολή αποτελεί και την μητέρα όχι μόνο όλων των σχολείων του ελληνισμού αλλά και όλων των ορθοδόξων θεολογικών σχολών ανά τον κόσμο. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση με το Πατριαρχείο αντικατοπτρίζεται με πολλούς τρόπους, περισσότερο ή λιγότερο φανερούς και δηλώνεται συμβολικά με ορισμένες κινήσεις που μέσα από το συμβολισμό τους αναδεικνύουν αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα.

Μία από αυτές είναι η συμμετοχή και η περίοπτη θέση της Μεγάλης του Γένους Σχολής στην επίσημη τελετή για την ετήσια κοπή της Βασιλόπιτας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία γίνεται κάθε χρόνο το απόγευμα της 31ης Δεκεμβρίου με την συμμετοχή της πατριαρχικής αυλής, των πατριαρχικών χορών και στενών φίλων του Πατριαρχείου στην λεγόμενη "αίθουσα του θρόνου" στο Φανάρι.



Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Η Μονή της Χώρας Κωνσταντινούπολη

Η Μονή της Χώρας 
Κωνσταντινούπολη

Μερικά από τα καλύτερα δείγματα των ψηφιδωτών της βυζαντινής τέχνης διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας στη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Το κτίσμα αυτό είναι ένας περίφημος μεσοβυζαντινός ναός της Βασιλεύουσας ως προς την αρχιτεκτονική, του οποίου ο προσεγμένος διάκοσμος φιλοτεχνήθηκε επί Παλαιολόγων, με μωσαϊκά και τοιχογραφίες έξοχης τεχνοτροπίας στους τοίχους και στον τρούλο του καθολικού, που διακοσμήθηκαν με σκηνές από τον βίο του Χριστού και της Θεοτόκου.

Η Μονή της Χώρας ήταν χτισμένη στον έκτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, νότια του Κεράτιου κόλπου. Ολόκληρο το όνομα του καθολικού του μοναστικού συγκροτήματος σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ήταν «Η εκκλησία του Αγίου Σωτήρος εν τη Χώρα», ήταν επομένως αφιερωμένη στον Χριστό. Στη θέση του σωζόμενου μνημείου υπήρχε ναός ήδη από τον 5ο αιώνα, καθολικό μονής που βρισκόταν έξω από τα τείχη του Κωνσταντίνου Α΄ (306/324-337). Ο προσδιορισμός «ἐν τῇ Χώρᾳ», απ' όπου και το συντετμημένο όνομα «Μονή της Χώρας», ερμηνεύεται κατά κανόνα ως σχετιζόμενος ακριβώς με τη θέση του παλαιότερου ιδρύματος εκτός των τειχών της πόλης. Όταν ο Θεοδόσιος Β΄ (408-450) έχτισε τα νέα τείχη κατά το διάστημα 412-441, η μονή περιελήφθη στον περίβολο των οχυρώσεων (βρίσκεται σε απόσταση περ. 150 μ. από το τείχος) και διατήρησε όμως το παραδοσιακό όνομα «Χώρα». Η ονομασία ωστόσο απέκτησε και συμβολικό νόημα, όπως μπορούμε να το δούμε και στα δύο βασικά ψηφιδωτά του νάρθηκα του καθολικού όπου οι επιγραφές που τα συνοδεύουν χαρακτηρίζουν τον Χριστό «Χώρα των Ζώντων» και την Παναγία «Χώρα του Αχωρήτου».
Ο ναός χτίστηκε μεταξύ των ετών 1077 και 1081 από την πεθερά του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) Μαρία Δούκαινα, πάνω σε παλαιότερα κτίσματα του 6ου και του 9ου αιώνα. Αργότερα, λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν στην ανατολική πλευρά ενδεχομένως από σεισμό, επισκευάστηκε ριζικά γύρω στο 1120 από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, γιο του Αλεξίου Α΄. Στους παλαιολόγειους χρόνους, μεταξύ των ετών 1316-1320/1321, ο Θεόδωρος Μετοχίτης πρόσθεσε τον εξωνάρθηκα και το νότιο παρεκκλήσιο, προσθήκες χαρακτηριστικές στην υστεροβυζαντινή ναοδομία, και κόσμησε το ναό με τα περίφημα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες.

Η μορφή του καθολικού όπως διασώζεται σήμερα αποκρυσταλλώθηκε τον 14ο αιώνα, μεταξύ 1315 και 1321. Ο Θεόδωρος Μετοχίτης, μέγας λογοθέτης του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου και μία από τις σημαντικότερες μορφές της πνευματικής και καλλιτεχνικής κίνησης που είναι γνωστή ως «Παλαιολόγεια Αναγέννηση», ανέλαβε την ανακαίνιση και διακόσμηση του μνημείου, ευρισκόμενος τότε στο απόγειο της δύναμής του. Κατά την ανακαίνιση του Μετοχίτη, ο μεσοβυζαντινός πυρήνας του ναού διατηρήθηκε βασικά αναλλοίωτος. Ξαναχτίστηκε ο εσωνάρθηκας με τον τρούλο του, προστέθηκε ο εξωνάρθηκας και το νότιο παρεκκλήσιο επίσης τρουλαίο, και η βόρεια πλευρά διαμορφώθηκε στη σημερινή της μορφή, με υπερώο. Στην ανατολική πλευρά, ξανακτίστηκαν οι μικρές πλευρικές αψίδες των παραβημάτων.

Η Μονή της Χώρας είναι το σημαντικότερο μνημείο της εποχής των Παλαιολόγων και λόγω του μοναδικού του εικονογραφικού προγράμματος, είναι ένα από τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα της βυζαντινής τέχνης. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του ναού και οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου αναδεικνύουν το υψηλό ποιοτικά επίπεδο, την ιδεολογική κατεύθυνση, την αναβίωση των κλασικών γραμμάτων και την καλλιτεχνική καταξίωση της Αναγέννησης των Παλαιολόγων κατά το 14ο αιώνα.

Στις παραστάσεις της Μονής της Χώρας αντικατοπτρίζεται το λεπτό γούστο του χορηγού τους Θεοδώρου Μετοχίτη (1270-1332), που υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους και διάσημους Βυζαντινούς του 14ου αιώνα, γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και επιστήμης και λάτρης της αρχαίας καλλιτεχνικής «χάριτος». Ο ψηφιδωτός διάκοσμος του καθολικού της Μονής της Χώρας κοσμεί τον εξωνάρθηκα, τον νάρθηκα και τον κυρίως ναό. Τα ανατολικά τόξα του Ιερού Βήματος κοσμούν οι απεικονίσεις του Χριστού και της Θεοτόκου με το Βρέφος (Μήτηρ Θεού η Χώρα του Αχωρήτου), στον δε δυτικό τοίχο ανακαλύφθηκε η μεγάλη σύνθεση της Κοίμησης της Θεοτόκου. Τα κύρια επεισόδια του Ευαγγελίου, ως πιθανότατα ως μέρος του κύκλου του Δωδεκαόρτου, μάλλον διακοσμούσαν κάποτε τους τοίχους του καθολικού, αλλά δεν σώθηκαν μέχρι τις μέρες μας.

Στους νάρθηκες του καθολικού και του παρεκκλησίου αναπτύσσονται οι δύο λεπτομερείς κύκλοι του βίου της Παρθένου και των παιδικών χρόνων του Χριστού, που συνδυάζονται με τη Γενεαλογία του και τον κύκλο των θαυμάτων του. Για τις περισσότερες από τις σκηνές των κύκλων αυτών αντλήθηκαν λεπτομέρειες από απόκρυφα θρησκευτικά κείμενα όπως το Πρωτευαγγέλιο ή το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Αγίου Ιακώβου, που γνώρισαν μεγάλη διάδοση στον Μεσαίωνα. Στους τρούλους και στα τόξα των κογχών των ναρθήκων απεικονίζονται ο Χριστός, η Παναγία στον τύπο της Βλαχερνίτισσας, οι Πατριάρχες και οι βασιλείς της Παλαιάς Διαθήκης, οι Προφήτες, οι Απόστολοι και άλλοι Άγιοι σε ολόσωμες παραστάσεις ή σε προτομές σε μετάλλια. Πάνω από την είσοδο του εσωνάρθηκα προς τον κυρίως ναό βρίσκεται το ψηφιδωτό ένθρονου Ιησού, στα πόδια του οποίου γονατίζει ο κτήτορας Θεόδωρος Μετοχίτης, προσφέροντάς του μικρό μοντέλο του ναού.

Στα ψηφιδωτά του καθολικού της Μονής της Χώρας καταδεικνύεται η λαμπρότητα της τέχνης της Κωνσταντινούπολης. Οι περισσότερες σκηνές διαδραματίζονται στον κάμπο του περίπλοκου αρχιτεκτονικού τοπίου, που θυμίζει έντονα έργα της ελληνιστικής κληρονομιάς. Οι μορφές των αγίων παρουσιάζονται σε ασυνήθιστες στάσεις, μερικές φορές θα έλεγε κανείς ότι υπερίπτανται και έχουν φιλοτεχνηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, που μάλλον είχαν πρότυπα διάφορες πηγές, όπως βυζαντινά χειρόγραφα (για παράδειγμα, τους κώδικες Paris. Gr. 510, Paris. Gr. 115, Laur. Plut. VI, 23 κ.ά.) και σχέδια εργασίας. Η γενική διάθεση εμπνέει έναν ασύγκριτα μεγαλύτερο λυρισμό και μια ομαλότητα σε σχέση με τις τοιχογραφίες του 13ου αιώνα στο Βυζάντιο, η οποία παρατηρείται ειδικά στις σκηνές από τα παιδικά χρόνια του Χριστού. Εντυπωσιάζει επίσης η νέα αντίληψη του εικαστικού χώρου, επειδή οι ανθρώπινες μορφές και τα τοπία συντονίζονται εδώ σε ένα αρμονικό αιθέριο σύνολο, παρά το γεγονός ότι για τις πολύμορφες συνθέσεις χρησιμοποιούνται διάφοροι άξονες, κυρίως κατακόρυφοι. Αυτά φαίνονται π.χ. στη σκηνή του Ευαγγελισμού, στην πηγή, όπου τα κτήρια του φόντου στρέφονται το ένα προς το άλλο, διαμορφώνοντας έναν τρίγωνο χώρο που καδράρει τη βασική σύνθεση.

Από καλλιτεχνικής πλευράς είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο διάκοσμος της Μονής της Χώρας δε βασίζεται καθόλου σε απόδοση σκιάσεων, αλλά στην αντίθεση των χρωματικών κηλίδων. Τα χρώματα εδώ είναι πολύ πιο πομπώδη, πιο φωτεινά, πιο ζωντανά, αν και μερικές φορές αφύσικα, θυμίζουν περισσότερο τη χρωματική γκάμα των έργων σε σμάλτο και διαφέρουν από την ασκητική παλέτα των αγιογράφων του 11ου και 12ου αιώνα. Οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν στην ψηφιδωτή διακόσμηση της Μονής της Χώρας προηγήθηκαν κατά 200 χρόνια από τον Ιταλό αναγεννησιακό ζωγράφο Ραφαήλ σε ορισμένα από τα καλλιτεχικά του επιτεύγματα.

Σημαντική θέση στην ψηφιδωτή διακόσμηση της Μονής της Χώρας κατέχει η μεγάλη παράσταση της Δέησης, που κοσμεί τον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα. Πρόκειται για έργο παλαιολόγειας τεχνοτροπίας (1258/1261-1453) που φιλοτεχνήθηκε μετά το 1307, όταν η κτήτορας του ψηφιδωτού Μαρία Παλαιολογίνα έγινε μοναχή με το όνομα Μελανία. Υπάρχουν βάσιμες υποθέσεις ότι κάτω από τη Δέηση αυτή βρισκόταν ο τάφος της εν λόγω Μαρίας, αδελφής του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Έτσι το ψηφιδωτό συνδυάζεται με τη μνημόσυνη λατρεία, εφόσον η Θεοτόκος προσεύχεται για την άφεση των αμαρτιών και για τη σωτηρία των ψυχών των νεκρών. Δίπλα στη Μητέρα του Θεού παριστάνεται ο σεβαστοκράτορας Ισαάκιος Κομνηνός γονατιστός, σε στάση προσευχής (από τη μορφή του σώζονται μόνο το κεφάλι και ο δεξιός του ώμος), και κοντά στο Χριστό σε αντίστοιχη στάση προσκύνησης παριστάνεται η μοναχή Μελανία (σώζεται μόνο το πρόσωπό της). Όπως αναφέρει ο Paul Underwood, η Μελανία αυτή ήταν ὴ ἐν κόσμῳ Μαρία Παλαιολογίνα, η κόρη του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1258/1261-1282). Η Μαρία είχε παντρευτεί το χάνο των Μογγόλων της Βαγδάτης Άβακα, και στην επιγραφή αναφέρεται ως «η κυρά των μουγουλίων Μελανή μοναχή».

Στη Δέηση εντυπωσιάζουν με τον αρχαϊσμό τους οι τύποι που επιλέγονται για την Παναγία και τον Χριστό. Οι μορφές τους δεν κατέχουν την ελαφρότητα και τη λεπτότητα που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των κωνσταντινουπολίτικων μνημείων της εποχής. Ενδεχομένως οι καλλιτέχνες στο έργο αυτό μιμήθηκαν κάποιο προγενέστερο πρότυπο, όπως φαίνεται και από τη χρήση του επιθέτου «ο Χαλκίτης» στην επιγραφή του Χριστού. Μάλιστα, το πιθανότερο, πρόκειται για αναπαράσταση της περίφημης εικόνας του Χριστού Σωτήρα στη Χαλκή Πύλη. Από τεχνοτροπικής πλευράς, στο πρόσωπο του Ιησού φαίνονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τεχνοτροπίας του 14ου αιώνα, αλλά η έκφραση της Θεοτόκου θυμίζει την καλλιτεχνική παράδοση της εποχής των Κομνηνών (1081-1184).

Ταυτόχρονα με τα ψηφιδωτά της μονής φιλοτεχνήθηκαν και οι τοιχογραφίες στο νάρθηκα του παρεκκλησίου. Αυτός ο χώρος με τους τέσσερις τάφους του χτίστηκε ως νεκρικό παρεκκλήσιο, όπως άλλωστε φαίνεται και από την επιλογή των εικονογραφικών θεμάτων της διακόσμησης, εφόσον οι τοιχογραφίες ερμηνεύουν τις συμβολικές παραστάσεις της Θεοτόκου, την Ανάσταση και τη Δευτέρα Παρουσία.

Όπως και στο νάρθηκα του καθολικού, το εικονογραφικό πρόγραμμα του παρεκκλησίου είναι χωρισμένο γενικά στους κύκλους των βίων της Παναγίας και του Χριστού, αλλά η κύρια ιδέα των συνθέσεων είναι σωτηριολογική, εφόσον πρόκειται για διακόσμηση νεκρικού ναού.

Έτσι, η δυτική πλευρά της καμάρας του παρεκκλησίου είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο και οι πάνω ζώνες παρουσιάζουν τις συμβολικές εμφανίσεις της στην Παλαιά Διαθήκη, τεκμηριώνοντας τον ρόλο της στη σωτηρία των ψυχών. Ο ανατολικός τρούλος είναι αφιερωμένος στη Δευτέρα Παρουσία και η αποκορύφωση της ιδέας του προγράμματος βρίσκεται στην κόγχη της αψίδας του Ιερού Βήματος μέσω της σκηνής της Καθόδου στον Άδη, που πλαισιώνεται από δύο άλλες αναστάσιμες σκηνές του Ευαγγελίου. Εκεί εμφανίζονται και οι Πατέρες της Εκκλησίας με τα λειτουργικά τους άμφια, ενισχύοντας το συμβολισμό της Θείας Ευχαριστίας. Στη διακόσμηση της κάτω ζώνης της αψίδας του παρεκκλησίου απεικονίστηκε και η ολόσωμη Παναγία που τραβά με τα χέρια προς το μάγουλό της το Θείο Βρέφος και χαρακτηρίζεται «ένας από τους πιο συναισθηματικούς τύπους της Παναγίας Ελεούσας στη βυζαντινή τέχνη». Σχετικές με τη μεγάλη διάδοση της λατρείας της Θεοτόκου είναι και οι απεικονίσεις των τεσσάρων μελωδών αγίων: του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Κοσμά Υμνογράφου, του Θεοφάνη Γραπτού και του Ιωσήφ Υμνογράφου, που δημιούργησαν τη βασική μαριολογική υμνογραφία της Ορθοδοξίας. Αξιόλογη στη σειρά των σκηνών της Παλαιάς Διαθήκης είναι η παράσταση της κλίμακος του Ιακώβ στη δυτική πλευρά του νότιου τοίχου.

Η τεχνοτροπία των τοιχογραφιών του παρεκκλησίου έχει αρκετά κοινά με τις ψηφιδωτές παραστάσεις των ναρθήκων. Παρατηρούνται οι ίδιες ελεύθερες, δυναμικές συνθέσεις, οι ίδιες λεπτές μορφές με τις ομαλές πτυχές των ενδυμάτων, παρόμοια χρήση των αντίστοιχων χρωματικών μοτίβων, που διαφέρουν ριζικά από την αυστηρή κατακόρυφη ιεράρχηση των τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων του 12ου αιώνα και με τα κάπως στερεότυπα κεφάλια με λεπτά χαρακτηριστικά των προσώπων. Ανεξάρτητα από τις ομοιότητες που παρατηρούνται, θα έλεγε κανείς ότι από καλλιτεχνικής πλευράς τα ψηφιδωτά είναι υψηλότερου επιπέδου σε σύγκριση με τις τοιχογραφίες της Μονής της Χώρας, σαν να υπήρχαν σχέδια εργασίας πριν από την τοποθέτηση των ψηφίδων. Στις ψηφιδωτές παραστάσεις έχει γίνει χρήση καλύτερης παλέτας χρωμάτων ή ενδεχομένως, συντηρήθηκαν καλύτερα. Πάντως στις τοιχογραφίες διαφαίνεται μια μελαγχολία, κάποια επίμονη επανάληψη των ζωγραφικών μεθόδων και τέλος, μια τυπικότητα στις συνθέσεις που εάν δεν θυμίζουν κάποιο αρχικό ακαδημαϊσμό, τουλάχιστον μπορούν να χαρακτηριστούν πολύ πιο αυστηρές. Δύο-τρεις δεκαετίες μετά την εκτέλεση των τοιχογραφιών αυτών, η εν λόγω αυστηρή τεχνοτροπία θα κυριαρχήσει στην τέχνη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Μπορούμε να πούμε ότι οι παραστάσεις της Παναγίας «Χώρας του Αχωρήτου» εικονογραφούν τον εικοστό στίχο του Θεοτοκίου του Σαββάτου του Ακάθιστου Ύμνου, που γράφτηκε τον 9ο αιώνα από τον Ιωσήφ Υμνογράφο, όπου διαβάζουμε:

«Στάχυν η βλαστήσασα τον θείον
Ως χώρα ανήροτος σαφώς,
Χαίρε, έμψυχε τράπεζα,
Άρτον ζωής χωρήσασα,
Χαίρε του ζώντος ύδατος
Πηγή ακένωτος, Δέσποινα».

Εδώ η λέξη «χώρα» συμβολίζει τη γη και το χώμα και βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη μετοχή «χωρήσασα».
































Πηγές:
ehw.gr

diakonima.gr